• ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

    Η κατανάλωσης σόγιας και η επίδραση της στην υγεία μας




    Η σόγια είναι ένα τρόφιμο που αποτελεί μέρος του διαιτολογίου των λαών της Άπω Ανατολής για περισσότερο από 5.000 χρόνια. Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας στις δυτικές κοινωνίες με συνέπεια να εξετάζονται οι επιπτώσεις της κατανάλωσης σόγιας στην υγεία και ιδιαίτερα η ικανότητα της σόγιας να τροποποιεί επί το θετικότερο τον μεταβολισμό των λιπιδίων.

    Η διατροφική αξία της σόγιας

    Ο καρπός της σόγιας έχει ορισμένα ενδιαφέροντα διατροφικά χαρακτηριστικά.


    1 Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η υψηλή περιεκτικότητα (40%) σε πρωτεΐνες. Οι πρωτεΐνες της σόγιας έχουν την υψηλότερη διατροφική αξία από όλες τις άλλες πρωτεΐνες φυτικής προέλευσης, μία διατροφική αξία σχεδόν ισάξια με εκείνη των πρωτεϊνών του γάλακτος και του κρέατος. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η υψηλή περιεκτικότητα σε μονο- και πολύ-ακόρεστα λιπαρά οξέα. Η περιεκτικότητα της σόγιας σε λινολεϊκό (n-6) και λινολενικό (n-3) οξύ είναι 55 και 6%, αντίστοιχα. Τρόφιμα που περιέχουν μείγματα σε σημαντικές ποσότητες των δύο ανωτέρω κατηγοριών λιπαρών οξέων όπως η σόγια μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου.

    2 Περαιτέρω, η σόγια έχει χαμηλή περιεκτικότητα (12%) σε κεκορεσμένα λιπαρά οξέα. Η υψηλή περιεκτικότητα της σόγιας σε πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας και η χαμηλή περιεκτικότητα σε κεκορεσμένα λιπαρά κάνουν τη σόγια ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον τρόφιμο. Το τρίτο ενδιαφέρον διατροφικό χαρακτηριστικό είναι η χαμηλή (27%), σε σύγκριση με άλλα φυτικής προέλευσης τρόφιμα, περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, κυρίως ολιγοσακχαρίτες και φυτικές ίνες. Ο καρπός της σόγιας περιέχει επίσης μία πληθώρα βιταμινών και ανόργανων στοιχείων.
     
    3 Ειδικότερα η σόγια θεωρείται καλή πηγή φυλλικού οξέος, βιταμινών του συμπλέγματος Β και ανόργανων στοιχείων όπως το ασβέστιο, φωσφόρος, σελήνιο και μαγνήσιο. Το τέταρτο ενδιαφέρον διατροφικό χαρακτηριστικό είναι η υψηλή της περιεκτικότητα σε ισοφλαβόνες. Οι ισοφλαβόνες αποτελούν μια υποκατηγορία των φυτοοιστρογόνων που η χημική τους δομή προσομοιάζει με εκείνη των οιστρογόνων αλλά σε αντίθεση με τα οιστρογόνα τα οποία δεσμεύονται στον υποδοχέα οιστρογόνων ERα οι ισοφλαβόνες δεσμεύονται εκλεκτικά στον υποδοχέα ERβ. Στην παρουσία των ισοφλαβονών αποδίδονται εν μέρει κάποιες από τις ευμενείς επιδράσεις στην της σόγιας στην υγεία όπως η προστασία έναντι της καρδιαγγειακής νόσου, της οστεοπόρωσης και μερικών μορφών καρκίνου.

    Σκοπός 


    Το παρόν άρθρο ανασκόπησης θα επικεντρωθεί στην επίδραση της σόγιας α) στο μεταβολισμό των λιπιδίων β) στη συχνότητα εμφάνισης του μεταβολικού συνδρόμου και γ) στον έλεγχο βάρους-παχυσαρκία θεωρώντας ότι οι τρείς αυτές ενότητες είναι στενά συνδεδεμένες και αλληλοεξαρτώμενες.

    Σόγια και Μεταβολισμός των Λιπιδίων

    Η επίδραση της σόγιας και ειδικότερα των πρωτεϊνών της σόγιας στο μεταβολισμό των λιπιδίων έχει εκτενώς μελετηθεί στον άνθρωπο. Η αναζήτηση μέσω της τράπεζας πληροφοριών Pubmed οδηγεί σε εκατοντάδες δημοσιεύσεις στο θέμα αυτό, η λεπτομερής παράθεση των οποίων ξεπερνά τους στόχους του παρόντος άρθρου. Η ίδια αναζήτηση εντόπισε 4 μετα-αναλύσεις στις οποίες θα αναφερθούμε διεξοδικότερα. Η πρώτη μετα-ανάλυση που πραγματοποιήθηκε από τους Anderson και συνεργάτες3 το 1995 βασίστηκε σε 38 διαφορετικές μελέτες και σε δεδομένα από 730 άτομα με υψηλά ή πολύ υψηλά επίπεδα χοληστερόλης.


     Η μετα-ανάλυση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση 47 g πρωτεΐνης σόγιας/ημέρα οδηγεί σε μια μείωση των επιπέδων της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτείνης (LDL-C) κατά 12,9%. Οι 3 επόμενες μετα-αναλύσεις επιβεβαίωσαν μερικώς τα αποτελέσματα του Anderson διότι το βασικό τους συμπέρασμα ήταν ότι η πρωτεΐνη της σόγιας μειώνει μεν τα επίπεδα της LDL-C χοληστερόλης αλλά η μείωση κυμαίνεται στα επίπεδα του 4-6%.

     Συγκεκριμένα, οι Wiggemans και Trautwein4 σε μετα-ανάλυση που περιελάμβανε 960 άτομα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση 36 g πρωτεΐνης σόγιας/ημέρα οδήγησε σε μείωση της LDL-C κατά 4% ενώ οι Harland και Haffner5 κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση 26 g πρωτεΐνης σόγιας οδήγησε σε μείωση της LDL-C κατά 6%. 

    Η τελευταία μετα-ανάλυση που πραγματοποιήθηκε από τους Jenkins και συνεργάτες6 επιβεβαίωσε ότι η αναμενόμενη άμεση μείωση της LDL-C χοληστερόλης που προκαλείται από την κατανάλωση πρωτεΐνης σόγιας είναι 4%. Οι ίδιοι ερευνητές διατύπωσαν την άποψη ότι η σόγια τροποποιεί το μεταβολισμό των λιπιδίων μέσω δύο μηχανισμών.

     Ο ένας μηχανισμός είναι ο άμεσος (intrinsic) και ο δεύτερος είναι ο έμμεσος (extrinsic) διότι η σόγια όταν εισάγεται στο διαιτολόγιο εκτοπίζει τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε κεκορεσμένα λιπαρά όπως το κρέας και το γάλα γεγονός που από μόνο του οδηγεί σε μια περαιτέρω μείωση της LDL-C χοληστερόλης κατά 3-6%. 

    Συνεπώς, η τελική μείωση της LDL-C χοληστερόλης που προκύπτει είναι το άθροισμα του άμεσου (4-6%) και του έμμεσου (3-6%) που οδηγεί συνολικά σε μια μείωση κατά 7-12%. Αυτή η ιδιότητα της σόγιας είναι που την τοποθετεί ανάμεσα στα τρόφιμα που μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της καρδιαγγειακής νόσου. 

    Ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι πρωτεΐνες της σόγιας μόνες ή δρώντας συνδυαστικά με τις ισοφλαβόνες τροποποιούν το μεταβολισμό των λιπιδίων δεν είναι πλήρως γνωστός.


     Η κατανάλωση πρωτεϊνών σόγιας από επίμυες και απογαλακτισθέντα χοιρίδια οδηγεί σε μείωση των τιμών της ινσουλίνης σε σύγκριση με τις αντίστοιχες τιμές των ζώων της ομάδας του μάρτυρα που κατανάλωσαν πρωτεΐνες γάλακτος. Η μείωση της ινσουλίνης έχει ως αποτέλεσμα την μειωμένη και αυξημένη έκφραση των μεταγραφικών παραγόντων SREBP-1 και SREBP-2, αντίστοιχα στο ήπαρ. 

    Οι δύο ανωτέρω μεταβολές συνδέονται με μείωση των επιπέδων της LDL χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων στο αίμα (Πολίτης, αδημοσίευτα αποτελέσματα).

     Περαιτέρω, οι πρωτείνες της σόγιας συνδέονται με αύξηση της έκφρασης του μεταγραφικού παράγοντα PPARα στο ήπαρ ο οποίος εμπλέκεται στην οξείδωση λιπαρών οξέων αποτρέποντας τη συσώρευση τους στο ήπαρ και την εμφάνιση του φαινομένου της λιποτοξικότητας.

    Σόγια και Μεταβολικό Σύνδρομο

    Το Μεταβολικό Σύνδρομο (ΜΣ) είναι μια πάθηση που χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο κλινικών συμπτωμάτων και συγκεκριμένα από παχυσαρκία, δυσλιπιδαιμία, υπέρταση και διάφορες ανωμαλίες του γλυκαιμικού ελέγχου που συνδέονται εν γένει με την αντίσταση στην ινσουλίνη. 


    Η αντίσταση στην ινσουλίνη κατέχει κεντρικό ρόλο στην παθοφυσιολογία του ΜΣ, ενώ η παχυσαρκία αποτελεί την πιο συχνή κλινική εκδήλωσή του.

     Περαιτέρω, παρατηρείται αύξηση του οξειδωτικού στρες σε ασθενείς που παρουσιάζουν ΜΣ. Η συχνότητα εμφάνισης του ΜΣ αυξάνει δραματικά και υπολογίζεται ότι 40% των ενηλίκων άνω των 50 ετών πάσχουν η βρίσκονται σε κάποιο προ-στάδιο του ΜΣ.

    Το φαινόμενο παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις στις δυτικές κοινωνίες. Η συχνότητα εμφάνισης του ΜΣ μπορεί να μειωθεί (ή να επιβραδυνθεί η εμφάνιση του) από μια μείωση της πρόσληψης θερμίδων και από μια αύξηση της κατανάλωσης θερμίδων μέσω της σωματικής δραστηριότητας και άσκησης.

     Η κατανάλωση τροφίμων με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη όπως επίσης και τροφίμων που περιέχουν μεγάλες συγκεντρώσεις μονοακόρεστων και πολυακόρεστων λιπαρών οξέων και μειωμένες συγκεντρώσεις κορεσμένων λιπαρών οξέων όπως η σόγια, μπορεί να προσφέρουν σημαντικά οφέλη στη μείωση της συχνότητας εμφάνισης του ΜΣ.
     

    Σε κλινική έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τους Azadbakht και συνεργάτες διερευνήθηκε η επίδραση της κατανάλωσης σόγιας σε διαφόρους μεταβολικούς δείκτες. Στην έρευνα που διήρκησε 8 εβδομάδες συμμετείχαν 42 μετα-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Οι ασθενείς τοποθετήθηκαν τυχαία σε μία από τις τρεις πειραματικές ομάδες. Η πρώτη ομάδα έλαβε τη συνιστώμενη διαιτητική αγωγή με το μάρτυρα DASH (Διατροφικές Μέθοδοι για την Αναστολή της Υπέρτασης), η δεύτερη ομάδα έλαβε διαιτητική αγωγή βασισμένη στην πρωτεΐνη σόγιας και η τρίτη ομάδα έλαβε διαιτητική αγωγή βασισμένη στον καρπό σόγιας.

    Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τόσο η πρωτεΐνη σόγιας όσο και ο καρπός σόγιας είχαν θετικές επιπτώσεις στους δείκτες που σχετίζονται με την αντίσταση στην ινσουλίνη και τον γλυκαιμικό έλεγχο και μείωσε τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης. Ωστόσο, η δίαιτα η οποία βασίστηκε στον καρπό σόγιας αποδείχθηκε πιο αποτελεσματική από αυτή με την πρωτεΐνη σόγιας.

    Τόσο ο καρπός της σόγιας όσο η πρωτεΐνη σόγιας αύξησαν την αντιοξειδωτική ικανότητα του οργανισμού όπως τεκμαίρεται από τη μείωση της υπεροξείδωσης των λιπιδίων σε ασθενείς που μετείχαν στην δεύτερη και τρίτη πειραματική ομάδα.

    Περαιτέρω, η έρευνα έδειξε ότι η κατανάλωση καρπού σόγιας μείωσε τα συνολικά ποσά των διαφόρων δεικτών φλεγμονής (E-σελεκτίνη, ιντερλευκίνη 18, C-αντιδρώσα πρωτεΐνη).

    Συμπερασματικά, η σόγια και τα προιόντα της (πρωτεΐνη της σόγιας) επηρεάζουν θετικά δείκτες που σχετίζονται με το ΜΣ σε μετα-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Συνεπώς, η σόγια αποτελεί ένα ενδιαφέρον διατροφικό «εργαλείο» για την αντιμετώπιση αυτής της σύγχρονης μάστιγας. 

    Δεδομένα από ένα σημαντικό αριθμό επιστημονικών μελετών συνάδουν με τα συμπεράσματα της έρευνας των Azadbakht και συνεργατών σχετικά με την ικανότητα της σόγιας για να προλαμβάνει ή να επιβραδύνει το ΜΣ σε γυναίκες που βρίσκονται μετά την εμμηνόπαυση. 


    Οι Lukaczer και συνεργάτες13 ανέφεραν ότι η κατανάλωση 30 g πρωτεΐνης σόγιας και 4 g φυτικών στερολών/ημέρα, βελτίωσε το προφίλ των λιπιδίων στο πλάσμα, μείωσε την αρτηριακή πίεση και μείωσε το ρίσκο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου σε μετα-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Οι Lerman και συνεργάτες14 πρότειναν πως ένα συμπλήρωμα διατροφής που περιελάμβανε σόγια, φυτοστερόλες και διάφορες πολυφαινόλες βελτίωσε το προφίλ των λιπιδίων στο πλάσμα γυναικών με ΜΣ. Σε άλλη μελέτη, η ίδια επιστημονική ομάδα κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα.15 Οι Simao και συνεργάτες16 ανέφεραν ότι προσθήκη της πρωτεΐνης σόγιας (25 g/ημέρα) στο διαιτολόγιο για μια περίοδο 90 ημερών μείωσε τη διαστολική αρτηριακή πίεση σε μια μελέτη που περιελάμβανε 60 γυναίκες με ΜΣ. 

    Συμπερασματικά, η μεγάλη πλειοψηφία επιστημονικών μελετών υποστηρίζει πως η προσθήκη σόγιας στη διατροφή μπορεί να αποτρέψει ή να βελτιώσει τα κλινικά συμπτώματα του ΜΣ κυρίως σε μετα-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

    Σόγια – Έλεγχος Βάρους/Παχυσαρκία

    Η παχυσαρκία αποτελεί ένα παγκόσμιο πρόβλημα υγείας και ένας καλός προγνωστικός δείκτης πρόωρης θνησιμότητας. Αρκετές επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι η πρωτεΐνη σόγιας και οι ισοφλαβόνες που περιέχει ο καρπός της σόγιας, μπορεί να παίζουν ευεργετικό ρόλο στη διαχείριση βάρους μειώνοντας το συνολικό σωματικό βάρος αλλά και ειδικότερα το λιπώδη ιστό. Οι Christie και συνεργάτες17 ανέφεραν ότι η ενσωμάτωση σόγιας στο διαιτολόγιο προκάλεσε μείωση του κοιλιακού λίπους και του συνολικού σωματικού βάρους σε μετα-εμμηνοπαυσιακές παχύσαρκες γυναίκες σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ.


     Οι Koning και συνεργάτες18 ανέφεραν ότι τα άτομα που κατανάλωναν δύο φορές την ημέρα για μια περίοδο 6 εβδομάδων, ρόφημα με πρωτεΐνη σόγιας χαμηλό σε θερμίδες, παρουσίασαν μεγαλύτερη μείωση στην περιφέρεια της περιοχής της οσφύος σε σύγκριση με τα άτομα της ομάδας του μάρτυρα που δεν ελάμβαναν σόγια. Αλλη μελέτη κατέδειξε ότι η ισορροπημένη διατροφή που περιλαμβάνει σόγια ήταν αποτελεσματική στη μείωση του σωματικού βάρους και της εναπόθεσης λίπους σε παχύσαρκα άτομα.19 Ομοίως, μια υψηλή σε πρωτεΐνη σόγιας και ταυτοχρόνως χαμηλή σε λιπαρά διατροφή μείωσε την εναπόθεση λίπους σε υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα.20 Οι Faghih και συνεργάτες21 μελέτησαν τρία διαφορετικά διαιτολόγια: α) γάλα χαμηλής λιποπεριεκτικότητας β) χορήγηση συμπληρώματος ασβεστίου και γ) χορήγηση γάλακτος σόγιας.

     Από τα αποτελέσματα της μελέτης προέκυψε ότι και τα τρία διαιτολόγια μείωσαν το σωματικό βάρος, αλλά η μεγαλύτερη μείωση παρατηρήθηκε στα άτομα που κατανάλωσαν γάλα χαμηλής λιποπεριεκτικότητας. Οι Lukaszuk και συνεργάτες22 ανέφεραν ότι η κατανάλωση 720 ml γάλακτος σόγιας ή πλήρως αποκορυφωμένου γάλακτος (γάλα με 0% λιπαρά) μείωσε το σωματικό βάρος σε υπέρβαρες ή παχύσαρκες γυναίκες. Αντιθέτως, οι St-Onge και συνεργάτες23 ανέφεραν ότι η κατανάλωση 15 g της πρωτεΐνης σόγιας/1000 Kcal ημερησίως για μια περίοδο 12 εβδομάδων δεν είχε καμία επίδραση στο σωματικό βάρος. Οι ίδιοι ερευνητές αμφισβήτησαν αν η διατροφή με σόγια αποτελεί αποτελεσματικό «εργαλείο» για τη διαχείριση του σωματικού βάρους. 

    Οι Zemel και συνεργάτες24 ανέφεραν ότι η διατροφή με σόγια δεν είχε σημαντική επίδραση στα επίπεδα δεικτών του οξειδωτικού στρες και τις τιμές διαφόρων δεικτών φλεγμονής (TNFa, ιντερλευκίνη 6) σε υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα. O Yamori25 συνόψισε τα αποτελέσματα των συντονισμένων από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (WHO) CARDIAC και των MONALISA μελετών οι οποίες κάλυψαν 60 πληθυσμούς από 25 χώρες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όσοι τρέφονται με σόγια ή και ψάρια είχαν σημαντικά χαμηλότερο Δείκτη Μάζας Σώματος (ΒΜΙ). Συμπερασματικά, ένας μεγάλος αριθμός μελετών, αν και δεν υπάρχει απόλυτη ομοφωνία, καταδεικνύει ότι η κατανάλωση σόγιας μπορεί να συμβάλει σε ένα πιο υγιεινό τρόπο ζωής βοηθώντας στην αποτελεσματική διαχείριση του σωματικού βάρους.

    *Ιωάννης Πολίτης - Καθηγητής Φυσιολογίας Θρέψεως, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

    ΠΗΓΗ 
    • ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ ΣΤΟ Blogger
    • ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ ΣΤΟ Facebook

    0 σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου

    Item Reviewed: Η κατανάλωσης σόγιας και η επίδραση της στην υγεία μας Rating: 5 Reviewed By: botanologika.gr
    Scroll to Top